No comments yet

Τα Παιδιά Υπό Ανάκριση στην Κύπρο

Της Δρ. Μαριλένας Κυριακίδου,

Η ανθρώπινη ύπαρξη πάντοτε συνοδευόταν με σταθερούς αριθμούς θυματοποίησης ανηλίκων σεξουαλικής κακοποίησης. Εγκλήματα σεξουαλικής φύσεως επί το πλείστον στερούνται οποιονδήποτε άλλων αποδεικτικών στοιχείων εκτός της αυτούσιας κατάθεσης του παιδιού. Επομένως, είναι εξαιρετικής σημασίας η ποιότητα των λεγομένων του παιδιού σε αστυνομικά τμήματα και δικαστήρια. Η τέχνη της ανάκρισης ευελπιστεί να βοηθήσει τα παιδιά να ανακαλέσουν αξιόπιστες πληροφορίες πιθανών σεξουαλικών κακοποιήσεων. Οι εμπλεκόμενοι στις καταθέσεις ανηλίκων (π.χ. αστυνομικοί ανακριτές, δικηγόροι) λόγο των διαφορετικών ρόλων όπου αντιπροσωπεύουν, υιοθετούν διαφορετικές απόψεις ως προς τις καταθέσεις των παιδιών (π.χ. αν ψεύδονται τα παιδιά) και διαφορετικές συμπεριφορές απέναντι τους (π.χ. υπομονετικοί, επιθετικοί). Στο υπό παρουσίασην άρθρο συζητούνται τα πιο πάνω θέματα στην Κύπρο συγκριτικά με έρευνες παγκοσμίου επιπέδου.

Η Επιδημιολογία της Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων ‘κάποια πράγματα δεν αλλάζουν…

Στατιστικές αναλύσεις υποδεικνύουν ότι τα ποσοστά ανηλίκων (μέχρι 17 ετών) θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης παρέμειναν σταθερά (με απειροελάχιστες αυξομειώσεις) μεταξύ των ετών 1994 και 2009 σε 21 χώρες2 (Finkelhor, 1994; Pereda, 2009). Έρευνες στην Κύπρο υποδεικνύουν παρόμοια ποσοστά κακοποιημένων παιδιών (Apostolidou, 2004; Kyriakidou, 2012; Office of Economics and Statistical Research, 2004). Οι ανομοιότητες μεταξύ των αριθμών οφείλονται κυρίως στους διαφορετικούς ορισμούς και μεθόδους συλλογής δεδομένων οι ερευνητές χρησιμοποιούν (Wynkoop, 1995). Αυτές οι στατιστικές αναλύσεις μας υποβοηθούν να αντιληφθούμε ότι η σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων δεν έχει χρονικούς περιορισμούς ή γεωγραφικά σύνορα, δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ κοινωνικοοικονομικών επιπέδων ή θρησκευτικών υποβάθρων. Αντιθέτως, είναι ένα θέμα το οποίο αφορούσε τους προγόνους μας (Staurianos, 2008), μας περιβάλλει σήμερα και αναμένεται να μας συνοδεύει και στο μακρινό μέλλον.

Εξαιρετικής Σημασίας η Κατάθεση του Παιδιού

Συνήθως (τα πλείστα) εγκλήματα σεξουαλικής φύσεως κατά των ανηλίκων δεν έχουν την πολυτέλεια των αναμφισβήτητων αποδεικτικών στοιχείων (π.χ. μαρτυρίες τρίτων, ιατρικές ενδείξεις της κακοποίησης (Bays, 1993; Dhami, 2001; Finkel, 1994: O’Keefe, 2004). Επομένως, η μόνη πηγή απόδειξης του εγκλήματος είναι η κατάθεση του παιδιού (Spencer, 1993). Στην Κύπρο 67% των οπτικογραφημένων καταθέσεων των οποίων έλαβε η αστυνομία μεταξύ των ετών 2004 και 2009, δεν περιλάμβαναν οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία κατά του θύτη εκτός της αυτούσιας κατάθεσης του παιδιού (Kyriakidou, 2012). Καθόλου παράξενο λοιπόν το γεγονός ότι μικρά ποσοστά υποθέσεων (1 με 16%) με θύματα παιδιά προσχωρούν προς τα δικαστήρια στο εξωτερικό (Sedlack, 2006; Stroud, 2000). Παραδείγματος χάριν, στην Αγγλία και Ουαλία μόνο ένα πέμπτο (1/5) των καταθέσεων των οποίων έλαβε η αστυνομία το 1997 κατέληξαν σε αίθουσες δικαστηρίων (Gallagher, 2000). Στην Κύπρο υψηλότερα ποσοστά υποθέσεων προχώρησαν στα δικαστήρια και κατέληξαν στην καταδίκη του υπόπτου (30 με 58%)3 μεταξύ των ετών 2004 και 2009). Είναι επίσης αξιοσημείωτο στην Κύπρο ότι η κατάθεση του παιδιού έχει την δυνατότητα να καταδικάσει τον κατηγορούμενο χωρίς την ανάγκη ενισχυτικής μαρτυρίας και ασχέτως του κατά πόσο το παιδί καταθέτει στο δικαστήριο κάτω από όρκο ή όχι (νόμος 14(Ι)/2009).

Δυσκολίες Ανάκλησης στα Παιδιά

Η υποανάπτυκτη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών σε σεξουαλικά θέματα, η ευάλωτη (και εύθραυστη) νευρολογική λειτουργία της μνήμης είναι δύο παράγοντες οι οποίοι καθιστούν δύσκολο το έργο των ανακριτών. Είναι δύσκολο για τα παιδιά (και τους ενήλικες) να ανακαλούν τραυματικά σεξουαλικά γεγονότα (Paine, 2002). Σεξουαλικά κακοποιημένα παιδιά παραχωρούν ελάχιστες πληροφορίες για την σεξουαλική κακοποίηση έστω και αν αυτή είναι αδιαμφισβήτητη δια μέσου παραδοχής του θύτη (Leander, 2008; 2010). Ένα σημαντικός λόγος για αυτές τις συμπεριφορές είναι οι περιορισμένες γλωσσικές ικανότητες των παιδιών γύρω από σεξουαλικές δραστηριότητες και τη βασική ανατομία του ανθρώπινου σώματος οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά τις καταθέσεις τους (Paine, 2002). Ακόμη ένας παράγοντας ο οποίος δυσκολεύει το έργο των ανακριτών είναι η αναξιόπιστη νευρολογική λειτουργία της μνήμης. Αποθηκευμένες πληροφορίες στον εγκέφαλο μας δεν αντιπροσωπεύουν καθαρές αντικατοπτρίσεις της πραγματικότητας. Αγνές, ανόθευτες μνήμες δεν υπάρχουν. Οι πληροφορίες της μνήμης μας εξαρτώνται από τις προσδοκίες μας για το μέλλον, το τι πιστεύουμε αντιπροσωπεύει την αυτό-εικόνα μας και πολλαπλές άλλες μεταβλητές (Newman, 2009). Με απλά λόγια ο καθένας αντιλαμβάνεται και αποθηκεύει τον κόσμο γύρω του όπως ο ίδιος θέλει (η χαρακτηριστική έκφραση ο καθένας ότι θέλει σκέφτεται). Λανθασμένες ανακριτικές προσεγγίσεις όπως επαναλαμβανόμενες συνεντεύξεις και καθοδηγητικές ερωτήσεις πιθανών να επηρεάσουν τα λεγόμενα του παιδιού και να δημιουργήσουν (σε κάποιες περιπτώσεις) λανθάνουσες μνήμες (Ceci, 2005). Η ποιότητα λοιπόν των
πληροφοριών που ανακαλούμε από την μνήμη μας σε μία συνομιλία εξαρτάται άμεσα από τον τρόπο που μας προσεγγίζει ο ανακριτής μας4. Για αποφυγή κλασσικών καθημερινών συμβάντων του τύπου ‘πού σου νέφκω πού πάεις’ στις ανακριτικές συνεντεύξεις ανηλίκων έρευνες αναδεικνύουν πολλαπλές τεχνικές ανάκρισης, συμβάλλουν στην συγγραφή αστυνομικών εγχειριδίων, καθοδηγούν εκπαιδευτικά προγράμματα και ενισχύουν νομικές και εγκληματολογικές διαδικασίες. Μερικές μέθοδοι ανάκρισης είναι η γνωστική συνέντευξη (Fisher, 1992), το συμβουλευτικό μοντέλο ανάκρισης της Αγγλίας και Ουαλίας το Achieving Best Evidence (Ministry of Justice, 2011) και το P.E.A.C.E (preparation and planning, engage and explain, account, closure and evaluate) όπου χρησιμοποιείται στην Κύπρο.


Πίνακας από τον William Frederick Yeames (1835 – 1918)

Η Τέχνη της Ανάκρισης
ανάκρισης. Ένας παράγοντας είναι το τι προηγείται της κατάθεσης. Όταν ειδήμων άτομα ξεναγούν τα παιδιά στο δικαστήριο πριν την δίκη (όπως στην Γερμανία Köhnken, 2002), εξηγήσουν στα παιδιά λίγα πράγματα για το τι μέλλει γενέσθαι, αυτά τα παιδιά τείνουν να παραχωρούν περισσότερες πληροφορίες κατά την διάρκεια της δίκης, αντιστέκονται σε καθοδηγητικές ερωτήσεις, παραχωρούν πιο αξιόπιστες πληροφορίες, έχουν λιγότερα ποσοστά άγχους πριν την δίκη και οι πιθανότητες να τραυματιστούν από την εμπειρία μειώνονται στατιστικά σημαντικά (Westcott, 2002). Αυτά τα θετικά παρουσιάζονται γιατί όταν εξηγηθούν κάποια θέματα στα παιδιά τότε αναπτύσσονται οι γλωσσικές τους ικανότητες για το επί συζήτηση θέμα, ενδυναμώνονται οι νευρολογικές διασυνδέσεις της μνήμης και σχηματίζουν γνωστικά σχήματα του τι αναμένεται από αυτά δια εικονικής μνήμης (επίσκεψη στην αίθουσα δικαστηρίου). Όταν τα παιδιά είναι γνώστες κάποιων θεμάτων όπως αυτοκίνητα, δεινόσαυρους τείνουν να παραχωρούν πλούσιες και ορθές λεπτομέρειες σε πειράματα μνήμης σχετικά με ενήλικες στα θέματα τα οποία γνωρίζουν (Chi, 1986)5, ομοίως, όταν τα παιδιά αναπτύξουν κάποιες γνώσεις για το τι εστί δικαστήριο τους υποβοηθά στις καταθέσεις τους στα δικαστήρια. Στην Κύπρο δυστυχώς δεν υπάρχουν διαδικασίες οι οποίες να εξοικειώνουν τα παιδιά με τις αίθουσες δικαστηρίων ή κατάλληλες αίθουσες αναμονής ή κατάλληλα δικαστήρια για ανηλίκους (Κyriakidou,2012).

Ακόμη ένας παράγοντας ο οποίο συμβάλλει στην ποιότητα μίας ανάκρισης είναι τα είδη ερωτήσεων όπως για παράδειγμα ανοικτού και συγκεκριμένου τύπου ερωτήσεων. Ανοικτές ερωτήσεις (π.χ. περίγραψε μου παρακαλώ τι έγινε) έχουν πρόσβαση στην ελεύθερη ανάκληση μία μορφή μνήμης η οποία θεωρείται αξιόπιστη (Lamb, 1999; Sternberg, 1996;2001). Ανοικτού τύπου ερωτήσεων (αν χρησιμοποιηθούν σωστά π.χ. στην αρχή της ανάκρισης) τείνουν να παραχωρούν περίπου πέντε φορές περισσότερες (+5) πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένου τύπου ερωτήσεων (Sternberg, 2001; 1997). Αντιθέτως η χρήση συγκεκριμένων ερωτήσεων (π.χ. τι χρώμα ήταν η φανέλα σου;) έχουν πρόσβαση σε μία μορφή μνήμης η οποία θεωρείται αναγνωριστική. Ως επακόλουθο, μετά την χρήση τέτοιων ερωτήσεων συνήθως επακολουθούν λανθάνουσες απαντήσεις. Τα παιδιά τείνουν να συμφωνούν με τους
ανακριτές παρά να δηλώσουν ότι δεν γνωρίζουν την απάντηση (Waterman, 2001). Η χρήση συγκεκριμένων ερωτήσεων πιθανόν να ‘μολύνουν’ κατά κάποιο τρόπο τις πληροφορίες τις οποίες ζητείται από τα παιδιά να ανακαλεστούν (Bruck, 2006). Αυτές οι ερωτήσεις πιθανών να προκαλέσουν την νομιμότητα της κατάθεσης καθώς μπορούν εύκολα να χαρακτηριστούν ως καθοδηγητικές ερωτήσεις στο νομικό σύστημα (Everson, 1997; Quas, 2000). Παρόλα αυτά, η χρήση συγκεκριμένων ερωτήσεων σταθερά πάντοτε υπερβαίνει τα ποσοστά ανοικτών ερωτήσεων στα αστυνομικά τμήματα της Αγγλίας και Ουαλίας (Sterneberg et al, 2001), Ηνωμένες Πολιτείες (Warren 1996), Ισραήλ, Σουηδία (Cederborg, 2000), Νορβηγία (Thoresen, 2006), Φιλανδία (Korkman, 2006) και Κύπρο (Kyriakidou, 2012).

‘Γνωστικό-Συμπεριφοριστική’ Ανάλυση Εμπλεκομένων στις Καταθέσεις Ανηλίκων

Η πλατφόρμα των καταθέσεων των ανηλίκων είναι σαν ένα παιχνίδι σκακιού. Ο κάθε εμπλεκόμενος (αστυνομικός ανακριτής, δικαστές, δικηγόροι, δάσκαλοι κλπ.) έχει τον δικό του ρόλο. Η νομιμότητα των λεγομένων των παιδιών είναι το πιόνι της βασίλισσας και το αποτέλεσμα της δίκης ο βασιλιάς.

Οι ρόλοι όπου οι άνθρωποι υιοθετούν στο νομικό σύστημα επηρεάζει και καταλήγει να αντιπροσωπεύει τα πιστεύω και συμπεριφορές τους (Everson, 2011; Porter, 2009). Δικαστές και αστυνομικοί τείνουν να είναι πιο
σκεπτικιστές ως προς τις καταθέσεις ανηλίκων υγκριτικά με κοινωνικούς λειτουργούς (Everson, 1996; Hicks, 1998). Δικηγόροι υπεράσπισης και κατηγορούσας αρχής έχουν άκρως αντίθετες συμπεριφορές και απόψεις όσο αφορά τις προσεγγίσεις τους στις καταθέσεις των παιδιών (Hartman, 1994; και στην Κύπρο). Δικηγόροι υπεράσπισης φαίνεται να είναι λεκτικά πιο επιθετικοί απέναντι στα παιδιά6 (Back, 2011; και στην Κύπρο Kyriakidou, 2012). Δικηγόροι της κατηγορούσας αρχής τείνουν να πιστεύουν ότι τα παιδιά δεν είναι ικανά να ψεύδονται κάτι το οποίο συμφωνεί με έρευνες οι οποίες παραχώρησαν ενδείξεις ότι είναι ασυνήθιστο τα παιδιά να παραχωρούν ψευδείς μαρτυρίες (Bala, 2000) ή να δημιουργούν από το πουθενά δια μέσου της φαντασίας τους σκηνές σεξουαλικής κακοποίησης (Spencer, 1993). Αντιθέτως, δικηγόροι υπεράσπισης τείνουν να πιστεύουν ότι τα παιδιά είναι ικανά να ψεύδονται κάτι το οποίο συμφωνεί εν μέρη με έρευνες οι οποίες υποδεικνύουν ότι παιδιά παραχωρούν λανθασμένες πληροφορίες αν επηρεαστούν από ενήλικες (Butler, 2001; Ceci, 1993). Οι δικαστές φαίνεται να είναι πιο ευαίσθητοι, υπομονετικοί και περισσότερο σκεπτικιστές όταν αντιμετωπίζουν παιδιά στις αίθουσες δικαστηρίων (Everson, 1996; και στην Κύπρο). Ο ρόλος λοιπόν, τον οποίο αντιπροσωπεύουμε σαν άτομα θα επηρεάσει και την ποιότητα της ανάκρισης την όποια θα λάβουμε.

Τεχνικές ανάκρισης ευελπιστούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να περιγράφουν πιθανές σεξουαλικές κακοποιήσεις δια μέσου ενός νομικού πλαισίου με απώτερο στόχο την ευημερία του παιδιού και την ανάκληση αξιόπιστων πληροφοριών. Πρόκειται για μία επιστήμη με άμεσες πρακτικές εφαρμογές στην κοινωνία μας. Η εξωτερίκευση των ευρημάτων στο κοινό και η υλοποίηση των απαραίτητων διαδικασιών στηρίζεται άμεσα σε διάφορες μορφές βοήθειας με την πιο σημαντική τις οικονομικές επενδύσεις. Για το αληθές των λεγομένων, ένα δείγμα 11 αστυνομικών ανακριτών, 5 δικαστών και 10 δικηγόρων από την Κύπρο τείνουν (η πλειονότητα) να συμφωνούν ότι περαιτέρω σεμινάρια και εκπαίδευση ως προς καταθέσεις ανηλίκων θα ήταν βοηθητικά, χρειάζονται κατάλληλες αίθουσες αναμονής και ειδικά σχεδιασμένα δικαστήρια για ανηλίκους (Kyriakidou, 2012). Η τέχνη της ανάκρισης αποτελεί μία ουτοπία χωρίς την βοήθεια σας.

Comments are closed.